Λέξη
Ορισμός λέξης
Ορισμός λέξης
αμματόπετρα
a-mmah-TO-pe-tra
Μέρος του Λόγου
Ουσιαστικό
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Προστέθηκε από
Μέλος της Κοινότητας
Ορισμός
μικρή χρωματιστή πέτρα, είδος φυλακτού για το μάτιασμα σε σχήμα ματιού
Παραδείγματα
“Αγόρασα μιαν αμματόπετρα να μεν με πιάννει το μάτι.”