Κυπριακά

Ορισμός λέξης

νεύκω

NEF-ko

Μέρος του Λόγου

Ρήμα

Τελευταία Ενημέρωση

8 Ιουλ 2025

Προστέθηκε από

Μέλος της Κοινότητας

Ορισμός

γνέφω, κάνω νόημα

Παραδείγματα

Νεύκω της να με δεί για να έρτει προς εμάς αλλά εν με βλέπει.

Ετυμολογία

αρχαίο νεύω