Κυπριακά

Ορισμός λέξης

βολώ

vo-LOH

Μέρος του Λόγου

Ρήμα

Τελευταία Ενημέρωση

8 Ιουλ 2025

Προστέθηκε από

Μέλος της Κοινότητας

Ορισμός

κολλώ (σε λάσπη), ακινητοποιούμαι

Παραδείγματα

Εβόλησε το αυτοκίνητο.